Και θα σας εξηγήσω αμέσως τι εννοώ με αυτό. Ίσως να ακούγεται λίγο σκληρό αλλά πιστεύω πως είναι αληθινό.

Μετά την πρόσφατη περιπέτεια μου στον Ελληνικό χώρο έχω διαπιστώσει κάποια πράγματα. Έμεινα αρκετό καιρό ώστε να διαπιστώσω πως ο Ελληνικός λαός εν έτη 2006 έχει γίνει μεγάλος ήρωας. Ήρωας όχι γιατί κατάφερε να υπερασπιστεί αξίες αλλά γιατί καταφέρνει να επιβιώσει στο πρόβλημα που λέγεται κοινή νομισματική αξία ή αλλιώς “Ευρόπουλα”.

Ναι ο Έλληνας καταφέρνει να επιβιώνει με βασικό μισθό 600 ευρώ όταν οι τιμές τροφίμων και βασικών προϊόντων πρώτης ανάγκης (όχι κινητό, όχι Ipod, όχι Η/Υ) έχουν φτάσει να είναι ίδιες με αυτές της Βρετανίας και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο ακριβές. Όταν εγώ, the last hole of the zourna, πηγαίνω με τις 20 ώρες μερική απασχόληση στην Βρετανία, και ξοδεύω για τρεις εβδομάδες διακοπών περίπου 350 ευρώ, χωρίς αυτό να περιλαμβάνει φαγήτο, στέγαση και αγορές ενδημάτων (δηλαδή περιλαμβάνει: κάρτες κινητής τηλεφωνίας, καφέδες, φαγητό σε ταβέρνα και ποτό σε μπαράκι - όχι μπουζούκια…) τότε τι να πει ο απλός μισθωτός.

Και όλα αυτά ενισχύουν τον φαύλο κύκλο που μας έβαλαν. Το κόστος ζωής φέρνει δάνεια και πίστωση. Η πίστωση φέρνει χρέη που με την σειρά τους φέρνουν περισσότερα δάνεια και περισσότερη πίστωση. Κάθεται λοιπόν ο απλός Έλληνας με το σύνδρομο ωχαδερφισμού που τον διακρίνει και λέει… “η ζωή μου είναι που είναι σκατά, αν την πάρω σοβαρά ή θα πέσω σε κατάθλιψη, ή θα γεράσω πριν της ώρας μου ή θα πάθω καρδιά. Δεν τα γαμάω όλα και να παν όλοι τους να …”.

Και πάνω σε αυτή την φιλοσοφία βασίζεται πιστεύω η κατάσταση που επικρατεί στην Ελληνική κοινωνία και που επιτυχώς αντικατοπτρίζουν τα Ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Το “ελάφρο” ειδησιογραφικό σχόλιο, το κουτσομπολιό, το γλέντι και το νταβαντούρι, η πλάκα και οι κοροϊδία εις βάρος ανθρώπων που δέχονται να γίνονται ο περίγελος του χωριού είτε λόγο νοηματικής τους ελαφρότητας είτε εν γνώση τους. Το χαβαλέ και το δεν βαριέσαι αδερφέ. Και φυσικά η Eurovision.

Όταν τα δελτία ειδήσεων έχουν γίνει κουτσομπολίστικο panel ισάξιο των γνωστών κουτσομπολίστικων εκπομπών της μεσημεριανής ζώνης, όταν οι πρωϊνές εκπομπές της ζώνης 6 - 8 έχουν γίνει κουτσομπολίστικες, όταν οι ελαφρές εκπομπές της ζώνης 10 - 13 έχουν γίνει κουτσομπολίστικες, όταν οι βραδινές εκπομπές προσφέρουν “άρτο και θέμα” ερευνόντας, δικάζοντας και καταδικάζοντας ανθρώπους και γεγονότα και όταν το πρόβλημα της απλής “κατίνας” της TV είναι το τί φόρεμα φοράει η Βίσση στο video clip του τραγουδιού της Eurovision και το τι εικόνα περνάει για την Ελλάδα στο εξωτερικό ένα τέτοιο δημιούργημα, τότε καταλαβαίνεις πως κάτι δεν πάει καλα.

Όλα πιστεύω γίνονται για ένα σκοπό. Για να κάνουν τον μέσο Έλληνα να ξεχάσει… να πέσει σε λίθαργο. Να μην σκέφτεται τα προβλήματα τα του και να καταφέρει να επιβιώσει δίχως τις γνωστές επιπτώσεις του άγχους της επιβίωσης σε μια κοινωνία ακρίβειας και ανεργίας. Βλέπω τους νέους να έχουν τα προβλήματα της ανεργίας και το άγχος της κοινωνικής καταξίωσης και της απόκτησης του καθημερινού επιούσιου και να καταλήγουν να έχουν ως μόνο σημαντικό πρόβλημα της ζωής τους το αν θα τους κάτσει το γκομενάκι και το τι θα φορέσει στα μπουζούκια.

Βλέπω νέους ανθρώπους στης δώδεκα η ώρα Σάββατο βράδυ να πηγαίνουν να δουν την ταινία Syriana, μια ταινία που βάζει τον θεατή να σκεφτεί. Και μετά από δυο ώρες κατεγισμού από διαπλοκές και διαφθορά, αντί να σκεφτούν και να προβληματιστούν για την παγκόσμια κατάσταση που αντικατοπτρίζει μια τέτοια ταινία, βγαίνουν και αποδοκιμάζουν κάθε ερέθισμα που τους βάζει να σκεφτούν πράγματα που ενώ δεν τους αφορούν άμεσα είναι εκεί έξω και επιρρεάζουν όλους μας. Διακρίνω την άρνηση τους να σκεφτούν πέρα από την Ελλάδα. Δεν τους παρεξηγώ όμως. Γιατί εγώ το βλέπω από την δική μου σκεπτική πλευρά, από μια χώρα που δεν διακατέχεται από τα ίδια καθημερινά προβλήματα.

Και τότε επιστρέφουν στο ναρκωτικό τους. Την Eurovision και ότι τέλος πάντων αντιπροσωπεύει ένα τέτοιο πανηγυρικό σούργελο. Μια προσπάθεια εκατομμυρίων ευρώ να αποσπάσουν την προσοχή του ήρωα Έλληνα από το πραγματικό του πρόβλημα. Βέβαια δεν φταίνε μόνο τα media για αυτό. Στο τέλος, είναι μια σχέση προσφοράς και ζήτησης μεταξύ τηλεοπτικού κοινού και τηλεοπτικών σταθμών. Είναι το κοινό που κατα διαφόρους τρόπους ενισχύει το φαινόμενο αυτό γιατί απλά θέλει να ξεχάσει.