Περπατάω με σκυμμένο το κεφάλι μέσα στην μισοφωτισμένη από αχνές λάμπες γειτονίτσα και ο δρόμος μου ξέρω που με οδηγεί. Εκεί που μόνο στην γεύση του κρασιού μπορώ να βρώ την ησυχία μου. Μόνο εκεί μπορώ να σε διώξω από τις σκέψεις μου. Το ψιλόβροχο άρχισε να αναπτύσεται σε δυνατή μπόρα. Δεν με πειράζει. Ας βραχώ. Ίσως το άρωμα σου να φύγει από πάνω μου. Φτάνοντας στον προορισμό μου ρίχνω μια ματιά και βλέπω μια παρέα πιτσιρικάδων που τρέχουν να κρυφτούν από την ορμή της βροχής ενώ απεγνωσμένα προσπαθούν να μαζέψουν τα τελευταία απομεινάρια του παιχνιδιού τους.

Μέσα στο μισοσκόταδο της γειτονιάς μια απαλή ακτίδα φωτός ξεπροβάλει από το υπόγειο ταβερνάκι. Πλησίασα τα στενά σκαλοπατάκια που ξέρω θα με οδηγήσουν στην θαλπωρή της ταβέρνας. Το καταφύγειο μου τις τελευταίες ημέρες.

Κοιτάζω γύρω μου, φάτσες γνώριμες, φυσιογνωμίες τόσο απομακρυσμένες μα και τόσο οικίες. Τα λιγοστά ξύλινα τραπεζάκια με την σεμνή τους παρουσία δίνουν την δική τους άποψη για την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν, που ήπιαν, που γλέντησαν, που έκλαψαν απάνω του. Η κατάνηξη των θαμώνων επίσης γνώριμη στα αφτιά. Δίχως πολλές φασαρίες. Δίχως πολλές κουβέντες. Μόνη τους παρέα τα βαρέλια στο πίσω μέρος του μαγαζιού και η αγριοφωνάρα του μπαρμπα Κώστα πίσω από τον πάγκο να ετοιμάζει τα μεζεδάκια για τους λιγοστούς του πελάτες.

Με κοιτάζει, τον χαιρετάω και αμέσως ακούγεται η βροντερή φωνή, η τόσο ζεστή και γεμάτη καλοσύνη φωνή, πάντα περιτριγυρισμένη από ένα ζεστό και γεμάτο φιλοξενία χαμόγελο. Αμέσως μου κάνει νόημα και μου δίχνει το τραπέζι της γωνίας. Το δικό μου στέκι.

Στο παραδιπλανό τραπέζι δυο παλικαράκια γύρω στα 20 χρονών θαρρείς πως ήταν, ο ένας με την ξύλινη κιθάρα του να την περικυκλώνουν τα μακρουλά δάχτυλα του, να κάθεται σιωπηλός και με βλέμμα γαλήνιο να κοιτάζει τον φίλο του, που με το μπουζούκι απλά παίζει μια μελωδία. Ένα σόλο γεμάτο πόνο. Το γλυκό λάλημα του μπουζουκιού του φάρμακο για τις ψυχές κάθε πελάτη. Για την χαρά και για την λύπη. Άλλοι με τα μάτια κλειστά, άλλοι με τα μάτια να χαζεύουν το άγνωστο, όλοι βρίσκονταν στο δικό τους ταξίδι. Και εγώ δίπλα τους, με το κρασί μου στο χέρι και την τσίγγινη κανάτα γεμάτι από το νέκταρ της λήθης να ξεκινάω το δικό μου σύντομο μα και τόσο γνώριμο ταξίδι. Το ταξίδι στα μάτια της. Στην μορφή της. Βάλσαμο στην καρδιά μου η μουσική, ναρκωτικό για το μυαλό μου το ποτό, κάθομαι στην σκοτεινή γωνιά μου, παρέα με την θλίψη μου.

Ξάφνου μια κίνηση από το βάθος. Το χέρι του γερασμένου θαμμώνα να κάνει νόημα προς τον μπαρμπα Κώστα και αυτός αμέσως χωρίς δεύτερη κουβέντα να αρπάζει δυο ποτηράκια και μία κρύα μπύρα και να την πηγαίνει στα όργανα. “Από τον κυρ Θανάση” βροντοφωνάζει ο μπαρμπα Κώστας. Σηκώνει το ποτήρι του ο Δημητράκης και ανταποδίδει ενώ ο Γιώργης συνεχίζει το σόλο του και με το κεφάλι σκυμμένο και το βλέμα γεμάτο πόθο για την δημιουργεία του.

Μέσα από την γαλήνη της βροχερής βραδιάς στην σκοτεινή ταβέρνα, έμελλε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Γέλια… Μια γνώριμη φωνή… Όχι. Δεν είναι δυνατόν. Μάλλον μου παίζει παιχνίδια το μυαλό. Αρνείται να δεχθεί την λήθη που του προσφέρω. Δεν είναι δυνατό να είναι η φωνή της. Γέλια. Φωνές χαράς και διασκέδαση, ακούγονται σαν φάλτσο στην μελωδία της θλίψης. Και όμως γίνονται ακόμα πιο δυνατά.

Ένας ένας σαν μπαίνει στην ταβέρνα, ο αέρας αρχίζει να πυκνώνει. Ποτέ στο παρελθόν δεν είδε αυτή η συνοικιακή ταβέρνα τέτοια ηλεκτρική ατμόσφαιρα από την αντιπαράθεση συναισθημάτων. Από την μια οι φοιτητές γεμάτη γέλια και ανέκδοτα και από τη άλλη οι αμίλητοι θαμώνες.

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά σαν είδα την μορφή της. Τα γαλάζια μάτια της συνάντησαν την θλίψη μου στο ευάλωτο χώρο της σκοτεινής γωνιάς μου. Τα ξανθά μαλλιά της έφεραν την λάμψη μέσα στο σκοτάδι της μέχρις πρότεινος κρυψώνας μου. Εκεί που πίστευα πως μέσα στο σκοτάδι της βραδιάς που έφευγε, θα έφευγε και αυτή. Μα να που είναι εδώ. Απέναντι μου. Να χαμογελάει και να κοιτάζει γύρω εξερευνώντας κάθε πόντο του τόσο άγνωστου για αυτή κόσμου. Όταν τα μάτια της έπεσαν πάνω μου πάγωσα. Δεν το περίμενα ποτέ πως θα με πετύχει στην τόσο ευάλωτη στιγμή μου. Την στιγμή της λήθης μου. Για μια στιγμή το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της. Απλά έμεινε να με κοιτάζει και να την κοιτάζω. Την στιγμή αμηχανίας ήρθε να διακόψει ο φίλος της που απλά την έθεσε στο τραπεζάκι που ίσως για μια ακόμα φορά θα δει την ίδια ακριβώς ιστορία αγάπης και άγνοιας.

Ο Γιώργης ξεκινάει ένα απτάλικο. Τι απίστευτος ο ρυθμός του. Πίνω το κρασί μου και σηκώνομαι από το τραπέζι μου. Ο χορός αργός, στιβαρός, να υποδηλώνει κάθε μου συναίσθημα. Κλείνω τα μάτια και την σκέφτομαι. Τι περίεργο. Αυτή απέναντι μου και εγώ με τα μάτια κλειστά να την σκέφτομαι έτσι όπως πάντα την ήθελα. Τα χέρια μου ψιλά. Με αργά βήματα στρυφογυρίζω στην ζάλη μου. Το τραγούδι τελείωσε. Οι θαμώνες χειροκροτούν ενώ η παρέα τον φοιτητών σαστισμένοι κοιτάζουν γύρω τους να καταλάβουν τι μόλις είχε συμβεί.

Κάθομαι στην καρέκλα μου και λέω θα της ρίξω μια ακόμα ματιά. Τα πανέμορφα γαλάζια μάτια της για μια ακόμα φορά συναντούν τα δικά μου. Θεέ μου είχα ξεχάσει τελικά πόσο όμορφα είναι… Με κοιτάζει… χαμογελάει. Και γυρίζει πάλι προς την παρέα της.

Σηκώνω το χέρι και έρχεται ο μπαρμα Κώστας. “Κυρ Κώστα μου πιάσε μια κανάτα για τον Γιώργη και τον Δημητράκη και μια κανάτα για την παρέα απέναντι… από το καλό το κρασί όμως… εεε;” Γελάει, μου γνέφει και χάνεται προς το βαρέλια. Σηκώνομαι πηγαίνω στον πάγκο, πληρώνω.

Γυρίζω προς την πόρτα. Στέκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι, γυρίζω το κεφάλι και την κοιτάζω… “Καληνύχτα παιδιά”.

Μια φιγούρα χάνεται παραπατώντας μέσα στο σκοτάδι. Άλλη μια νύχτα λήθης πέρασε. Άλλη μια μέρα πόνου έφτασε.

“Το μινόρε του τεκέ”

————————————————

Ορχηστρικό από τον Ιωάννη Χαλκιά - Παραδοσιακό, ηχογραφήθηκε το 1932 στην Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Μπουζούκι: “M”scientist
(some rights reserved… σας βλέπω εσάς Φοίβους…)