Ανοίγω το παράθυρο του αυτοκινήτου καθώς ανεβαίνω το βουνό και αφήνω τον δροσερό αεράκι να με ξυπνήσει. Έχω αφήσει πίσω μου την κίνηση και το άγχος της πόλης, την ζέστη και την μόλυνση και ανηφορίζω με μια χαρά μικρού παιδιού τις πλαγιές του Ψηλορίτη.

Πίσω από την πλαγιά εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια του χωριού. Έφτασα επιτέλους. Τώρα ξεκινάει το Σαββατοκύριακο μου. Μέρες σχεδιάζαμε την απόδραση αυτή με τους φίλους. Έχω μήνες να τους δω. Οι ρυθμοί της ζωής μας στην μεγάλη πόλη μας έκανε ξένους. Τα μικρά παιδιά που παίζανε ανέμελα στα πέτρινα σοκάκια του χωριού τώρα έχουν γίνει οικογενιάρχες και επιχειρηματίες στην πόλη, με άγχος, χρέη και υποχρεώσει. Μα ποτέ δεν ξεχάσαμε πως υπήρξαμε παιδιά. Με δίχως προβλήματα, δίχως έγνοιες και με όνειρα και πάθος για την μουσική. Η μικρές μας συνεστιάσεις στην αποθήκη του κυρ-Γιώργη κάθε απόγευμα μετά το σχολείο υπήρξαν το μοναδικό κίνητρο στην ζωή μας, να παίζουμε μουσική γιατί κάνει την καρδιά μας να χτυπάει τόσο γρήγορα που νομίζεις πως θα ακουστεί. Θέλαμε να παίζουμε για να κάνουμε τον κόσμο χαρούμενο. Τώρα το έχουμε ξεχάσει.

Έφτασα στην πλατεία του χωριού. Το σημείο συνάντησης με τους φίλους. Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Τραβάω την πρώτη ρουφηξιά του καθαρού αέρα του χωριού, γεμάτο από μυρωδιές και αναμνήσεις και νιώθω πως μεταμορφώνομαι από ένα άψυχο κουβάρι σε ζωντανό άνθρωπο. Κοιτάζω ολόγυρα και προσπαθώ να απολαύσω το σκηνικό των παιδικών μου χρόνων. Τα χρόνια του σχολείου. Τις παρέες και τα παιχνίδια μας. Την μουσική και τα πανηγύρια. Την μετανάστευση στην μεγάλη πόλη και την θλίψη της εγκατάληψης των φίλων. Πόσες αναμνήσεις… Και όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Το πλακόστρωτο της πλατείας, ο γεροπλάτανος στην μέση και τα τραπεζάκια του καφενείου του μπαρμπα-Κώστα απλωμένα κάτω από την σκιά του. Η βρύση παραδίπλα με το ασταμάτητο βουητό της.

Προχωράω προς το καφενεδάκι και κάθομαι στο τραπέζι. Άραγε να ζει ο μπαρμπα-Κώστας. Πάνε χρόνια. Ίσως τα παιδιά του ή τα εγγόνια του να είναι ακόμα εδώ. Μέχρι να παραγγείλω τις πρώτες τσικουδιές ένα ένα τα αυτοκίνητα των φίλων μου αρχίζουν να καταφτάνουν. Τι χαρά… Γέλια, αγκαλιές, φωνές… Και αναμνήσεις.

Το Σαββατοκύριακο ξεκίνησε. Καθησμένοι όλοι γύρω από το τραπεζάκι, κάτω από την σκιά του γεροπλάτανου, έχουμε βγάλει τα όργανα και με τσικουδιά και τραγούδι ξανά ζούμε την παιδική μας ηλικία. Τραγούδια, μαντινάδες, αγκαλιές, αναμνήσεις, ιστορίες τις καθημερινότητας, προβλήματα και περιπέτιες της ζωής. Όλα τα είχε η συνάντηση μας.

Για δύο ημέρες γίναμε παιδιά.

————————————————————

Μέσα στην καθημερινότητα του βροχερού Εδιβούργου, μακριά από την Κρήτη, τέσσερις φίλοι ελπίζουν πως κάποια μέρα η ιστορία θα γίνει πραγματικότητα.

Μέχρι τότε όμως έχουν την μουσική που τους ενώνει. Με τραγούδια κρητικά και όργανα απλά, αλλά πολύ πάθος για την μουσική ελπίζουν πως κάποια μέρα θα πίνουν τσικουδιές στην πλατεία του χωριού. Και θα τραγουδούν:

“Την μάνα μου την αγαπώ”

Τραγούδι (μοναδικό!): Αντώνης
Κρητική λύρα (Τι παίζει πάλι ο άνθρωπος): Αριστείδης
Κιθάρα (που προσπαθεί να ακουστεί σαν λαούτο - τρομάρα του!): “M”scientist
Διεύθυνση ορχήστρας (και μπύρες): Καπετάν Ζάβαλος